Ελληνική Ακτινολογία, Τόμος 45, Τεύχος 2-3, 2014
80
σβάλλει συνήθως άρρενα άτομα (Εικόνα 3). Είναι μο-
νήρης, μικρού μεγέθους αλλοίωση (1.5- 2 cm) που
μπορεί να εντοπισθεί σε οποιοδήποτε οστούν, με με-
γαλύτερη συχνότητα στα μακρά οστά των κάτω άκρων
(μετάφυση και διάφυση του μηριαίου και κνήμης)
5
.
Είναι άγνωστης αιτιολογίας και η κλινική συμπτωμα-
τολογία του περιλαμβάνει το χαρακτηριστικό νυχτε-
ρινό τοπικό άλγος, το οποίο υποχωρεί με τη χορή-
γηση σαλικυλικών και μη στεροειδών αντιφλεγμο-
νωδών φαρμάκων. Αποτελεί συνήθως ενδοφλοιϊκή,
στρογγύλη αραιωτική αλλοίωση (nidus- φωλεά) δια-
μέτρου 1-2cm με σκληρυντική κεντρική περιοχή, η ο-
ποία περιβάλλεται από αντιδραστική σκλήρυνση (ση-
μαντικού πάχους και έκτασης). Σπανιότερα, μπορεί
να εντοπισθεί ενδομυελικά, υποπεριοστικά, περιαρ-
θρικά ή ενδαρθρικά, οπότε και δεν παρατηρείται ο
συνηθισμένος αντιδραστικός σχηματισμός οστού γύ-
ρω από τη βλάβη. Αν η εντόπιση αφορά τα οπίσθια
στοιχεία της σπονδυλικής στήλης, μπορεί να παρατη-
ρηθεί δευτεροπαθής επώδυνη σκολίωση, λόγω σπα-
σμού των παρασπονδυλικών μυών, με το οστεοειδές
οστέωμα στο κοίλο του κυρτώματος. Η αξονική τομο-
γραφία με εγκάρσιες τομές είναι η ιδανική μέθοδος
για την απεικόνιση της φωλεάς, ενώ η μαγνητική το-
μογραφία (ως συμπληρωματική απεικονιστική μέθο-
δος) είναι χρησιμότερη για την απεικόνιση των οστε-
ωμάτων σε άτυπες εντοπίσεις (εντός σπογγώδους ο-
στού: περιαρθρικά ή ενδαρθρικά). Η κύρια διαφορο-
διάγνωσή του περιλαμβάνει την υποξεία οστεομυελί-
τιδα και το οστεοβλάστωμα.
Το μονήρες εγχόνδρωμα, είναι σχετικά συχνή οστι-
κή αλλοίωση, η συχνότερη καλοήθης αλλοίωση των
οστών της άκρας χείρας (Εικόνα 4)
6
. Η εγχονδρωμά-
τωση (πολλαπλά εγχονδρώματα) διαγιγνώσκεται συ-
χνά στα παιδιά, ενώ αντίθετα το μονήρες εγχόνδρω-
μα διαγιγνώσκεται μετά τη δεύτερη δεκαετία ζωής, με
ηλικία αιχμής περίπου 35 έτη. Αποτελεί όγκο χονδρο-
γενούς προέλευσης που εντοπίζεται συνήθως ενδο-
αυλικά στις φάλαγγες των δακτύλων της άκρας χειρός
(περίπου σε ποσοστό 50%) και στα μετακάρπια οστά.
Συνήθως δεν συνοδεύεται από συμπτωματολογία κα-
θώς έχει βραδεία ανάπτυξη, εκτός αν υπάρξει τοπικός
τραυματισμός. Απεικονίζεται ως λυτική περιοχή στη
μετάφυση (ή σε όλη τη διάφυση προκειμένου για τις
φάλαγγες των δακτύλων) με σαφή παρυφή και ακε-
ραιότητα του οστικού φλοιού (εκτός αν μεσολαβήσει
κάταγμα), διαστάσεων 3-4cm. Στα συνήθη απεικονι-
στικά χαρακτηριστικά τους δεν περιλαμβάνονται: εστι-
ακή διάβρωση ή ανώμαλη παρυφή του φλοιού, ση-
μαντική πάχυνση φλοιού ή διεύρυνση του οστού. Εάν
διαγνωσθεί σε συμπτωματικό έφηβο μεγαλύτερης η-
λικίας με λέπτυνση φλοιού και προοδευτική διόγκω-
ση σε μεγάλο μακρό οστούν, αυτά τα ακτινογραφικά
ευρήματα μπορεί να υποδηλώνουν low-grade χον-
δροσάρκωμα. Συχνά περιέχει επασβεστώσεις, οι ο-
ποίες στα μεγάλα μακρά οστά μπορεί να είναι πιο έ-
ντονες (δεν παρατηρούνται επασβεστώσεις στις φά-
λαγγες των δακτύλων), οπότε και η διαφοροδιάγνω-
ση από το οστικό έμφρακτο είναι πιο δυσχερής. Η δι-
αφοροδιάγνωσή του στα μετακάρπια οστά περιλαμ-
βάνει τη μονήρη οστική κύστη, το μη οστεοποιούμε-
νο ίνωμα ή εστία ινώδους δυσπλασίας.
Το οστεοβλάστωμα είναι σχετικά σπάνιος όγκος
(1% των πρωτοπαθών οστικών όγκων)
7
. Συχνά ανα-
φέρεται και ως γιγαντιαίο οστεοειδές οστέωμα, κα-
θώς έχει παρόμοια ακτινομορφολογικά ευρήματα
με αυτό (Εικόνα 5). Το μέγεθός του ξεπερνά τα 2cm
σε διάμετρο και μπορεί να φτάνει έως και τα 10cm.
Εμφανίζεται συνήθως σε άτομα ηλικίας 10-30 ετών,
με ηλικία αιχμής περίπου 20 έτη και μεγαλύτερη επί-
πτωση σε άρρενες. Εντοπίζεται συχνότερα στη σπον-
δυλική στήλη (30-40% οστεοβλαστωμάτων, στα οπί-
σθια στοιχεία των σπονδύλων) και στη μετάφυση ή δι-
άφυση μακρών οστών (κυρίως μηριαίου και κνήμης),
όπου σε αντίθεση με το οστεοειδές οστέωμα (που εντο-
Εικόνα 6:
Ακτινογραφία γόνατος (F): Περίγραπτη,
έκκεντρη αλλοίωση με σκληρυντικά όρια στην επί-
φυση της κνήμης, η οποία επεκτείνεται και στη δι-
άφυση (χονδροβλάστωμα).